μπήχνω, μπήχνομαι

0

καρφώνω, τσακώνομαι ορμώ, προσπαθώ, προκαλώ, μπαίνω στη μάχη, συνορίζομαι. Συνήθεις φράσεις: Μη του μπήχνεσαι και πολύ, γιατί αυτός είναι πχιά δυνατός (=προκαλέις). Ή: Τα μπήξανε ο Γιάννης με το Μανώλη και έγινε χαμός (=τσακωθήκανε) Αρχ. εμπήγνυμι

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.