νάκαρα, ανάκαρα (τα)

0

σωματική και ψυχική αντοχή, σθένος, κουράγιο. Συνήθης φράση: Τέθειο χάλι είχε ο γάιδαρος που ανάκαρα δεν είχε να κινηθεί

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.