ντερμενιά (η)

0

η ξύλινη κούνια που είναι σαν παλάντσα και κάθεται το ένα παιδί από τη μια μεριά και το άλλο από την άλλη και ανεβοκατεβαίνουν, ασταθές αντικείμενο. Συνήθης φράση: Πέταξέ τηνε μωρέ ετηνά τη καρέκλα, δε θωρείς πως είναι ντερμενιά, και θα σε ρίξει χάμε;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.