παραμεργιάζω, παραμερώ

0

παραμερίζω, βάνω στην άκρη, βάνω στην άκρη το μικρό αρνί ή κατσίκι και δέν το αφήνω να πλησιάσει τη μάνα του να βυζάξει, σταδιακά εμποδίζω (σακάζω) το μικρό ζώο να βυζάξει, απογαλακτίζω

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.