περασάρης (ο)

0

περαστικός. Συνήθης φράση: Ημουνε περασάρης μια μέρα από το χωράφι σου, και είδα τη ζημιά που σου κάμανε τα οζά

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.