πραγιός (ο)

0

πράος, ήρεμος, εξημερωμένος. Συνήθης φράση: Πραγιό πραγιό είναι τουτονά το μουλαράκι

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.