στραγκολέρνω

0

στριμώχνω, μαλώνω. Συνήθης φράση: Πάω τονε βρίχνω και τον ε στραγκολέρνω για τη κατάσταση που δημιούργησε (τον επέπληξα, τον μάλωσα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.