συγκώβω

0

ψαλιδίζω πάνω σε συγκεκριμένο σχέδιο, κόβω με το ψαλίδι ταιριάζω συρράπτω. Μτφ. κατεβάζω ιδέες, βγάζω απ ΄το μυαλό μου, συρράπτω διάφορα βγαλμένα από το μυαλό μου. Συνήθεις φράσεις: Να πάρεις αύριο το ύφασμα και να το πάς τση μοδόστρας να το συγκόψει. Ή: Κατέχει αυτηνής το γλωσσαράκι τση και συγκόβγει ένα κάρο ψευθιές

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.