συνορίζομαι, συνερίζομαι

0

συναγωνίζομαι, φιλονικώ με κάποιον είτε με καλή είτε με κακή πρόθεσην, διαφωνώ με κάποιον με έντονο τρόπο. Συνήθεις φράσεις: Τα κοπέλια συνορίζονται ποιό θα φτάξει πρώτο στο σπίτι. Ή: Μη του συνερίζεσαι του αλλουνού γιατί αυτός είναι μεγαλύτερος και θα τσι φάς στο τέλος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.