ταγούρα (η)

0

η τροφή ζώων, τροφή ζώων, όπως σανά, κριθάρι, ρόβι, ταγή κλπ. Μτφ. για τον άνθρωπο = τροφοδοσία, χρηματική υποστήριξη. Συνήθης φράση: ”Θα του κόψω τη ταγούρα” = θα πάψω να τον τροφοδοτώ με χρήμα ή με άλλο τρόπο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.