τραβάγια (η)

0

φασαρία, ενόχληση με τη φωνή, επίπληξη. Συνήθης φράση: Μη κάνετε τραβάγια γιατί κοιμάται ο πατέρας σας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.