τζαμπατζής (ο)

0

εκείνος που απολαμβάνει δωρεάν ένα αντικείμενο ή μια εργασία. Συνήθης φράση: Δεν έχει άλλα τζαμπατζιλίκια, ο τζαμπατζής επόθανε!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.