τζαγκρωτή, τζουγκρωτή (η)

0

με αιχμηρές απολήξεις. Συνήθης φράση: Κι έβαλε πέτρα τζαγκρωτή για τράπεζα αγία

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.