τζαναμπέτης (ο)

0

άνθρωπος κακότροπος, ιδιότροπος, στρυφνός, δύστροπος, στριμμένος στραβόξυλο. (Tουρκ. cenabet)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.